96ΡΟΔΙΑΣ. ΔίφιλοςΑἱρησιτείχει (τὸδὲδρᾶματοῦτοΚαλλίμαχος (fr. 100 d Schn) ἐπιγράφειΕὐνοῦχον) λέγειδὲοὕτως (II 542 K)· πιεῖνδ’ἔτιἁδρότερονἢτῶνῬοδιακῶνἢτῶνῥυτῶν. μνημονεύειαὐτῶνκαὶΔιώξιπποςἐνΦιλαργύρῳ (cf. p. 472 b) καὶἈριστοτέληςἐντῷπερὶΜέθης (cf. p. 464 c) ΛυγκεύςτεὁΣάμιοςἐνταῖςἘπιστολαῖς (cf. p. 469 b).